vena cava

Αναπαράσταση.
Ξανά!

Ένα δωμάτιο γεμάτο κόσμο,
εγω προσπαθώ να φύγω,
δεν μπορώ να βρω την πόρτα.

Ξανα!
Ένας σκοτεινός τηλεφωνικός θάλαμος στην ακρή ενός στενού διαδρόμου,
το ακουστικό πεσμένο,
μια φωνή ακούγεται:
«Ο ρόλος σου χρειάζεται επαναπροσδιορισμό, φοβάμαι πως κάποιες φράσεις δεν ταιριάζουν στο νέο σου ρόλο, η γλώσσα του σώματος επίσης αρκετά παιδιάστικη, εσύ πως νιώθεις? Όχι , όχι μην μου πεις, θα μου δείξεις απόψε στην πρόβα. Άδειασε λίγο τον εαυτό σου αν μπορείς πριν έρθεις!»
Κανείς δεν άκουσε.
Πως αδειάζει άραγε ο εαυτός?

Εξομολόγηση.

Τα φοβάμαι πια τα ποίηματα.

Ξανά!

Έχω κι εγώ όπως οι πλανήτες τις τροχιές μου.
Άγνωστο το κάθε πότε ολοκληρώνω έναν κύκλο γύρω από τον εαυτό μου.
Παρατηρείται το φαινόμενο να μην ολοκληρώνω τους κύκλους μου κάποιες φορές.
ή να κάνω έναν κύκλο στο μισό χρόνο.
Όμως, σε κάθε μια στροφή γύρω απο τον εαυτό μου έρχεται η αμφισβήτηση.

Ο χρόνος κυλάει,
δεν το νιώθω,
το βιώνω ως αποτέλεσμα.

Αλλαγή.

Η αναβλητικότητα οριοθετεί τόσο τις τροχιές όσο και το χρόνο μου.

Ερώτηση.

Είμαι εκεί που θα ήθελα να είμαι;

Advertisements

Αράχνη

Ήταν βράδυ,
η υγρασία κολλούσε τις αναπνοές μεταξύ τους,
ακούγονται βογγητά,
και μερικά γέλια λίγο πιο κάτω,
κι αν είσαι τυχερή απόψε
θα νιώσεις την ατμόσφαιρα να ηλεκτρίζει το δέρμα σου,
και οι τρίχες σου
μια μια θα σηκωθούν χαρίζοντας σου
ένα μικρο τρεμούλιασμα στα χείλη,
όπως παθαίνεις κάθε φορά που
ανατριχιάζεις πολύ.
(Νιώθω σαν να έχω δει
να με κοιτάς,
καθώς κοιτάζω τον εαυτό μου
στον καθρέφτη του μπάνιου.)

Αφήνω το χέρι μου,
να κυλήσει πάνω στο κορμί μου,
η ανάσα μου είναι βαθιά
και πάλλομαι
σαν να αιρούμαι σε μια κούνια γιγάντια
που λιγο λιγο σπρώχνει μακριά την βαρύτητα.
Νιώθω να γίνομαι εύπλαστη
και ολες οι σκέψεις μου
παγιδεύονται σε ένα αόρατο δίχτυ.

Η Αράχνη
έπλεξε
το δίχτυ της,
η Αράχνη γνωρίζει
πόσα ανούσια λόγια
υφαίνουμε στο στόμα μας.

Ψιθυρίζω ένα παλιό νανούρισμα,
δεν θυμάμαι
αν ήξερα απο πάντα αυτόν τον ρυθμό,
δεν θυμάμαι αν άνοιξα τα μάτια μου να σε κοιτάξω να κοιμάσαι
ή αν εσύ με χάζευες καθώς κοιμόμουν,
είδα μόνο εμένα
να περπατάω γυμνή
τραγουδώντας κάτι γνωρίμο πολύ,
τα χείλη μου έλεγαν ψιθυριστά:
«σε είδα να με κοιτάς στον καθρέφτη
καθώς νόμιζα πως με είδα
να σε κοιτάω
να με κοιτάς.» Συνέχεια

οχετος

Υπάρχει ο τρόπος
και ο πανικος
ο δρμος
ο φοβος
ο οχετος
υπαρχει και ο
ετερεχρονισμένος συλλογισμος
υπαρχει η αναζητηση
η περιπλανηση
η εμπειρια
τα λογια
γραμμενα φιμωμενα παραζαλισμενα
υπαρχει η αηδια
η ανουσια απολογια
υπαρχει η νυχτα
το νανουρισμα
κοιμαμαι στα χερια σου.

Ειπες φυλαγομαι
ναι,
δεν θελω να μοιραζομαι,
ομως για λιγο το δοκιμασα,
να δω
ποσο ατσαλα χαραμιζομαι.

Ειπες φυλαγομαι,
κραταω τις λεπτομερειες μου,
με φυλαω
απο ολους
ντροπαλα
ενοχικα
παιδικα,
μυστηρια.
Φοβικα,
σκονισμενα συναισθηματα,
δεν θελω εξηγησεις,
αρνουμαι
τους
οποιους παρελθοντικους
χρονους.

ανώριμα γραπτά

Έκρηξη. Το ακουστικό τραντάζεται.
Το τηλέφωνο πριν κλείσει,
ξαναχτυπάει.
Κανείς.
Ανατινάχτηκες.
Δήλωση μιας έσχατης πράξης.
Της τελικής πράξης,
η ύστατη υπόκλιση,
συνοδευμένη από ένα ειρωνικό κλείσιμο ματιού.
Σαν υπόσχεση μιας μελλοντικής συνάντησης.
Μιας συνάντησης σε ένα μέρος που δεν έχουμε ακόμα βρεθεί,
σε μια στιγμή που τυχαία θα σε δω να υπάρχεις
και θα εκπλαγώ,
σαν να μην έχω δει ποτέ ξανά κανέναν να υπάρχει με αυτόν τον τρόπο.
Αβίαστα,
απλά να υπάρχεις μπροστά μου.
Η παρήχηση των ανείπωτων.
Πρόδωσες ή προδόθηκες, μικρή σημασία έχει πια.
Πότε φθινοπώριασε ξαφνικά;
Ζω σε ένα μόνιμο ξημέρωμα,
υγρασία μόνιμα εγκατεστημένη στην ατμόσφαιρα,
κανείς ξύπνιος,
μονάχα ένα-δυο αυτοκίνητα που ακούγονται από μακριά.
Η ύπαρξη ζωής πολύ μακριά μου για να φαντάζει αληθινή.
Οτιδήποτε αντικρίζω
έχει μια ξεθωριασμένη γαλάζια απόχρωση.
Το σώμα μου κολλάει,
με δυσκολία σηκώνω τα πέλματά μου από το πάτωμα.
Μια υγρή ουσία αποτυπώνει την πορεία μου.
Περιστροφή γύρω από τον εαυτό μου,
προσπαθώ με αγωνία να με αγγίξω.
Πετάω τα ρούχα μου,
περπατάω πάνω στα κάγκελα της ταράτσας,
δεν ξέρω αν το ονειρεύτηκα αυτό.
(Τα χρώματα είναι σαν τον πίνακα Charing Cross Bridge του Μοnet)
Όλα περιμένουν να αρχίσουν,
η ανυπομονησία με κυριεύει,
όμως ακινητοποιούμαι
μέσα σε αυτή τη μέρα που πάει να ξεκινήσει,
μα δεν ξεκινάει ποτέ.
Έχω ξεχάσει να εκφράζομαι ,τα ποιήματα είναι λιγότερο σημαντικά,
όταν το μόνο που δημιουργώ είναι ασύντακτες προτάσεις.
Έχω λένε να διαβάσω πολύ ακόμα,
να μελετήσω,
να βρω το στυλ μου,
να ωριμάσω
κι ίσως μετά εκφραστώ σωστά.
Δεν θέλω να εκφράσω τον εαυτό μου καλύτερα.
Αυτός ο εσπευσμένα ώριμος,
μα παιδιάστικος εαυτός
επιλέγει τα θραύσματα
και τις ασυνέχειες ως τρόπο έκφρασης.
Μπορώ να κραυγάσω,
να ουρλιάξω,
να χαθώ,
δεν μπορώ πια να εκφραστώ με λόγια.
Με φοβίζουν,
με παραμορφώνουν,
όλες οι λέξεις που δεν επέλεξα εγώ το νόημα τους.
Κι δεν επέλεξαν οι ίδιες να συρθούν και να κουρνιάσουν στο στόμα μου.
Απλά τις άρπαξα βίαια, τις στοίβαξα σε ένα γραπτό κι απαίτησα να σημαίνουν κάτι…
Εκπνέω και σε κάθε νέα αναπνοή είμαι κάποια άλλη,
πως οι λέξεις που είπα μόλις να με εκφράζουν πια;

Μες στις αντανακλάσεις ηχούν τυπικότητες.

Ένα μικρό ξέσπασμα χρειάστηκε.
Χρειάστηκε ο καιρός εκείνος της απομόνωσης σαν πυξίδα για αναζητήσεις που ίσως και να αργήσουν να γίνουν τελικά συμπεράσματα.
Όλοι απορούν, λίγοι εκφράζονται.
Τι σημαίνει να είσαι τόσο επιλεκτικός στην εποχή των εύκολων επιλογών?
Μέσα στην όλη απροσδιοριστία και τυχαιότητα, γεννιούνται ακόμα συναισθήματα άξια έκφρασης.
Ίσως και τα μεγαλύτερα έργα τέχνης να έχουν δημιουργηθεί,
ίσως ο καιρός αυτός να είναι ένας αγώνας ανασύνταξης και επαναπροσδιορισμού.
Η μόνη τέχνη να είναι η αλλαγή της καθημερινής απάθειας.
Η επιλεκτικότητα έναντι της ανούσιας υποκρίσιας στις κοινωνικές συναναστροφές.
Η θέση αυτή που έχει κανείς στον κόσμο και στις ζωές των άλλων, μεταβάλλεται κάθε μέρα.
Δεν έχει νόημα να οδεύεις πουθενά χωρίς σκέψη.
Υπάρχει πληθωρισμός σκέψεων για ανούσιους λόγους.
Αβέβαια βλέμματα εξουσιάζουν αβέβαιες ζωές,
αυτοανάλωση μέσα στην ασάφεια.
Προσωπικότητες προς ενοικίαση.

228 λέξεις

Δυο βήματα και έξω απο την πόρτα.
Μετράς, υπολογίζεις,
30 κινήσεις κι έτοιμο το φαγητό.
Τρως σε λιγότερο απο 240 δεύτερα- μόνος πάντα βαριέσαι να τρως αργά.
48 λέξεις, τέλος συζήτησης.
2 χειρονομίες και αντίο.
Θέλεις λίγο παραπάνω χρόνο.
Μετράς, υπολογίζεις.
99 τετραγωνάκια το τραπεζομάντηλο.
Ο χρόνος
περνάει
διαπεραστικά
τα
σώματα.
Σώματα, ίσως απλά και μόνο σώματα.
Κίνήσεις τυλιγμένες σε πλαστικό.
Συσκευασίες κινήσεων και λόγων.
Διασκορπίζονται-θα παραμείνουν σώματα?-
Το άγγιγμα μου είναι το ίδιο?
Είναι το ίδιο δέρμα, πάντα το ίδιο δέρμα,
αλλα είμαι ίδια εγω?
Ποιος μετράει τις διαφοροποιήσεις μας από τους εαυτούς μας?
Οι ρόλοι μας
δημιουργουν
και
καθορίζουν
τα πρόσωπα
και
τα κορμιά μας.
Θα ήθελα πάντα να κινούμαι ακανόνιστα.
Με ακοθόριστα σχήματα να εκφράζομαι.
Με ανύπαρκτες λέξεις να μιλάω.
Με λιγότερο όλεθρο να είμαι.

228 λέξεις.

2014.

Πλάθω μες στα δυο μου χέρια την καλοδουλεμένη μάζα των μορφών που πήραν κάποτε οι σκέψεις μου.
Αντίκρισα φίδια, δέντρα, καμινάδες,
μέσα στην ίδια την πόλη που έζησα,
αντίκρισα ερπετά, βασανιστές, οχυρά.
Στα χέρια αυτά κρατήθηκαν χιλιάδες χέρια,
στα χέρια αυτά οι γραμμές της ζωής μου χαράσσονται όλο και πιο βαθιά.
Τα χέρια αυτά σχημάτισαν σε τοίχους σκύλους, αετούς και άγρια ζώα.
Και εγω γέλασα,
όπως γελούν τα παιδιά που παίζουν στις γειτονίες,
αν υπάρχουν πια τέτοια παιδιά.
Στη γειτονιά μας κυλάνε ποτάμια,
στάζουν οι στάλες κάπως ποιητικά απο τα φύλλα.
Ένα πορτοκαλί φως αφαιρεί τη χλωμάδα των προσώπων.
Βαδίζουμε μακριά απο την ασθενική μορφή μας,
η αρρώστια είναι κομμάτι μας πια.
Υπάρχουν καιροί που δεν υπάρχουν πια λέξεις,
ποιήματα,
σπουδαία βιβλία.
Υπάρχουν ανόητοι.
Γελοίες κουβέντες.
Και σήψη.
Σήψη που κυλάει νωχελικά απο τα παράθυρα και τα ρούχα μας όταν στεγνώνουν.
Είχα χιλιάδες ερωτήματα να θέσω,
μα σβήνουν ένα-ένα,
σιγά-σιγά,
κάθε φορά που κάποιος αρνείται να ακούσει την κραυγή μου.

η επέλαση της αδιαφορίας.

Ο χρόνος κυλάει επιλεκτικά.

(Εκείνος ο άνδρας με τις ουλές και τα βρεγμένα μαλλιά κι εκείνο το κουστούμι που έκανε το σώμα του να φαίνεται περίεργο, με έσπρωξε και με προσπέρασε)

Η μέρα σήμερα επέλεξε να κυλήσει μουντά.
Όχι απαραίτητα αργά.
Όχι απαραίτητα γρήγορα.

Προσπερνάς επιλεκτικά όσους σε ξεπέρασαν συνειδητά.
Ένας μάταιος αγώνας κατάκτησης της μοναδικότητας.
Του εαυτού ή μιας θέσης στη μνήμη των Άλλων.
Θυμάσαι ανάλογα.
Ποιος με αγάπησησε περισσότερο?
Ποιον πλήγωσα καλύτερα?
Η γνώση του να φεύγεις τη στιγμή που είσαι ακόμα πολύτιμος.
Όσοι άγγιξα κατείχαν καλά την τέχνη της φυγής.
Αντίθετα με μένα που ποτέ δεν συμπάθησα τα τεχνάσματα.
Οι άνθρωποι λατρεύουν να αφήνουν πληγές παρά τον εαυτό τους.
Τη φοβάμαι αυτή την επιρροή, αυτό το συναισθηματικό νέκρωμα.
Τη στιγμή εκείνη της αποδοχής της ανουσιότητας.

Επιλεκτικότητα των βημάτων που θα σε διασχίσουν!
Αφήνουν βρώμικες πατημασιές οι άνθρωποι.
Τόσο βρώμικες…
Φτάνει πια η ανεξέλεγχτη πορεία δοκιμών.
Οι γεύσεις αλλοιώθηκαν.
Η γλώσσα μου έγινε τραχιά.
Εγω ίσως λιγάκι τραχιά μέσα μου.
Δεν άλλαξα, απλώς ό,τι περνάει χρειάζεται χρόνο να μη γδαρθεί στα τοιχώματα…

(Επέλαση αδιαφορίας και εγωισμού στον κόσμο των κατακερματισμένων ατόμων.)
(Μεταφέρθηκε ένας ήχος καθώς μια λάμψη με τύφλωσε στιγιαία : Ανταγωνισμός πόνου,
διαγωνισμοί ψυχρότητας και προσωπικότητες που πλανιούνται απο ανία.)
(Πες μου οτι δεν ανήκω εδω! Ότι όταν με κοιτάς διακρίνεις μια λάμψη έστω, μια ανόητη χαρά ή μια μικρή( κι ας ειναι θολή) αλήθεια…)

3:15 π.μ

Αφήνω.
Κι αφήνομαι.
Περνάνε (εικόνες κυρίως)
μέσα απο το άνοιγμα των δαχτύλων μου.
Χύνονται σαν νερό στην παλάμη μου
και αχνοφαίνομαι σε αυτό το νερό που κυλάει.
Με παρασύρει και πνίγομαι για λίγο
στο ρυθμό
της ίδιας μου της αμηχανίας.
Παραφέρομαι ή ίσως και να εκφράζομαι
στις παρατετεμένες μου σιωπές.
Ένα έντονο κοκκίνισμα ζεσταίνει το πρόσωπό μου.
Παρόλη τη σιγουριά μου
δεν άντεξα να μου μείνω πιστή.
Φοβάμαι ,κυρίως τον κόσμο,
με τις εντυπωσιακές κινήσεις
τις δίχως απορία σχηματισμένες.
(ταιριάζω εδώ?)
Κι εγώ ακροβατώ,
πατώντας στις μύτες,
να μην τραβήξω την ανεπιθύμητη προσοχή.
Γνωρίζω πως να εκφράζομαι
μα ο κόσμος ανυπομονεί
μονάχα για τις βαρύγδουπες δηλώσεις.

Αναζητάς πέρα απο τη Λήθη
το σημείο του ολικού μηδενισμού.
Ξεχνάς κι ας ξεχνιέσαι,
ξεχνιέσαι ίσως γιατί ξεχνάς.
(Η Λήθη επέρχεται όχι αναγκαστικά με το χρόνο, αλλά κυρίως με την δική σου συνεχόμενη παρουσία μέσα σε αυτόν.)

Ο κόσμος τρέχει!
Ο κόσμος βιάζεται!
Ο κόσμος σε προσπερνάει!

(Κάθε φορά ψηλαφίζεις τους άλλους με λίγο τρόμο παραπάνω.)

Εκεί όπου κάθε άρνηση επιστρέφει
και κάθε νέα επιθυμία πλάθεται,
κοίταξέ με!
Υπάρχουν πίσω μας παράτες γεμάτες καρικατούρες και υποκριτές.
Ας είναι κάθε φορά να κοιτάς πίσω σου λιγότερο ενοχικά,
λιγότερο φοβισμένα…
Αν μπορείς για λίγο χειροκρότησε όλες αυτές τις στολισμένες σου απογοητεύσεις,
είναι δύσκολο να σέρνονται πίσω σου αιώνια.

Αποδέσμευση.
Σέρνεις το χέρι σου ως τον οισοφάγο.
Τραβάς με δύναμη την κραυγή που ποτέ δεν μπόρεσες να βγάλεις.
Ανακούφιση.

Τα ακροδάχτυλά μου ματώνουν.
Γλύφω ένα ένα τα δάχτυλά μου.
Πρέπει να μάθω ξανά να αγγίζω…

ερμηνείες.

Ανάσες.
Γρήγορες.
Η ομίχλη έχει εισχωρήσει υπογείως.
Ο παραπλανητικός καπνός της αβεβαιότητας.
Βήμα που σέρνεται στην αβεβαιότητα του ίδιου του εαυτού.
Κάθετες παράλληλες γραμμές,
μέσα από τις οποίες κοιτάς τον κόσμο.
Δεν υπάρχει ενότητα.
Δεν υπάρχει καθαρό πεδίο.
Ούτε σκέψης ούτε οπτικής.
Κεραίες διαστρεβλώνουν την ήδη έκπτωτη ιδέα της θέασης.
Διακεκομμένα σήματα οι ομιλίες- ξεχωρίζουν ίσως κάποιες κουβέντες στα κλεφτά,
στα κρυφά, στα αμήχανα, στα απρόσμενα.
Στη λεωφόρο η ζωή βαριανασαίνει,
τα βήματα πολλαπλασιάζονται,
ίσες ευκαιρίες εξύψωσης και κατάρρευσης.
(Μιλάς, κοιτάς στα μάτια, δείχνεις με κινήσεις, συμφωνείς, κουνάς το κεφάλι, χαμογελάς- κοινό σημείο αναφοράς. Ανακούφιση!)
Ανάμεσα στην κοινωνικότητα και την απομόνωση υπάρχει εκείνο το όριο προσαρμογής.
Και όταν δεν υπάρχει πια η επιθυμία της συνύπαρξης με το πλήθος,
ξεχωρίζει πια η επιθυμία κατανόησης.
Όχι άλλη διαστρέβλωση.
Απάθεια ή παρανόηση?
Περιθωριακός ή σκεπτόμενος?
Το δοχείο με τις έννοιες αδειάζει παραδειγματικά.
Ο καιρός προστάζει αναπροσαρμογή.